Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

ΔΕΙΤΕ ΣΗΜΕΡΑ στη ΝΕΤ 23.00 «Ανθρωποι και Αριθμοί» του Γιώργου Αυγερόπουλου


Γκάνα: Το κατάμαυρο «σουξέ» του ΔΝΤ

Η Γκάνα, σύμφωνα με το ΔΝΤ, είναι μια ιστορία επιτυχίας! Η κυβέρνηση, ακολουθώντας πιστά τις υποδείξεις του για συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, πλήρη απελευθέρωση της αγοράς και αποκρατικοποιήσεις, έχει «επιτύχει τους στόχους». Πλέον η οικονομία της χώρας συγκαταλέγεται ανάμεσα στις 20 ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες του κόσμου και είναι πρώτη στην Αφρική!
Την ίδια στιγμή, όμως, 4.000 «σχολεία» δεν έχουν κτίρια και οι μαθητές κάνουν μάθημα κάτω από τα δέντρα. Στις κλινικές στα βόρεια της χώρας αντιστοιχεί ένας γιατρός για 161.000 κατοίκους! Και οι μικροκαλλιεργητές, χωρίς καμιά υποστήριξη από το κράτος, έχουν αφεθεί να λιμοκτονούν, παλεύοντας μόνοι τους στον ωκεανό της ελεύθερης αγοράς.
H οικονομία της Γκάνας καλπάζει! Στην πρωτεύουσα Ακρα, δεκάδες γερανοί υψώνονται στον ορίζοντα, κατασκευάζοντας νέα σύγχρονα κτίρια που θα στεγάσουν γραφεία τραπεζών, πολυεθνικών και ντόπιων εταιρειών. Η έκρηξη στον κατασκευαστικό τομέα είναι κάτι που μπορεί να δει κανείς στις νέες καλές γειτονιές που περικυκλώνονται από φράχτες και συρματοπλέγματα, καθώς και στα εμπορικά κέντρα που ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο.
Από το 2000, η Γκάνα αναπτυσσόταν με ετήσιο μέσο όρο 5%, για να εκτοξευτεί το 2011 στο 14,4%. Με κινητήρια δύναμη τα έσοδα από τον χρυσό (είναι η δεύτερη παραγωγός χρυσού στην Αφρική και πέμπτη στον κόσμο), το κακάο και πρόσφατα από το πετρέλαιο, με τη βοήθεια του ΔΝΤ και με τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης, η Γκάνα έγινε -τουλάχιστον στους αριθμούς- μια χώρα μεσαίου εισοδήματος, η ένατη της Αφρικής που κατακτά αυτή τη θέση.
«Οι πολιτικές είναι επιτυχημένες!» βεβαιώνει ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ στην Γκάνα, Σαμίρ Τζάτζα. «Ξεκάθαρα η Γκάνα τα τελευταία χρόνια τα έχει πάει πολύ καλά όσον αφορά τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος με μακροοικονομική σταθερότητα, το οποίο είναι απαραίτητο για να υπάρχουν επενδύσεις, ανάπτυξη και δημιουργία θέσεων εργασίας».
Πώς, όμως, βιώνει ο πληθυσμός της χώρας αυτή την ανάπτυξη;
Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Γκάλοπ το 2012, το 53% του πληθυσμού, περίπου 12,7 εκατομμύρια άνθρωποι, δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος των τροφίμων. Μόνο το 4% δήλωσε ότι ζει άνετα με το εισόδημά του. Σχεδόν το 30% ζει ακόμα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας.
«Εχουμε ανάπτυξη στον γεωργικό τομέα, έχουμε ανάπτυξη στη βιομηχανία παροχής υπηρεσιών, στα νοσοκομεία και στην εκπαίδευση» επισημαίνει ο Σαμίρ Τζάτζα.
Κάθε δέντρο και μια τάξη
Οι βόρειες επαρχίες της Γκάνας είναι οι πιο υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας. Τεράστιες αφίσες με διαφημίσεις εταιρειών κινητής τηλεφωνίας καλύπτουν τοίχους σπιτιών από λασπότουβλα. Οι δρόμοι είναι άσχημοι. Σε πολλές κοινότητες δεν υπάρχει πόσιμο νερό, ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Ανθρωποι αναγκάζονται να ταξιδεύουν από τις κοινότητες προς τις πόλεις, ξοδεύοντας ολόκληρη τη μέρα τους, μόνο και μόνο για να φορτίσουν τα κινητά τους. Οι υποδομές αποχέτευσης είναι σπάνιες ακόμα και στις μεγάλες πόλεις, πολλαπλασιάζοντας έτσι τους κινδύνους ασθενειών και μολύνσεων.
Λίγο έξω από την Μπολγκατάνγκα υπάρχει ένα δημοτικό σχολείο όπου μαθαίνουν γράμματα 291 παιδιά.
Κάθε δέντρο είναι και τάξη
Δεκάδες παιδιά κάθονται σε μια σειρά παγκάκια που είναι τοποθετημένα κάτω από ένα δέντρο. Στον κορμό του είναι ακουμπισμένος ένας πίνακας. Ενας γονιός, εθελοντής δάσκαλος, προσπαθεί να διδάξει στα παιδιά την αγγλική αλφάβητο.
«Οποτε βρέχει, ακόμα και όταν υπάρχει απλώς η απειλή της βροχής, λέμε στα παιδιά να φύγουν και να πάνε στα σπίτια τους. Και όταν έρχεται ο Φεβρουάριος-Μάρτιος, δεν υπάρχει καθόλου σκιά και όλοι μαζευόμαστε στη μοναδική αίθουσα, μέσα στην οποία ιδρώνουμε πολύ», περιγράφει η Κόμφορτ, η μοναδική δασκάλα του σχολείου. Θέλοντας να βελτιώσει κάπως την κατάσταση, με δικά της χρήματα και με τη βοήθεια των γονέων, έφτιαξε μια αίθουσα, η οποία όμως δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες των 291 μαθητών της. «Ο ήλιος καίει πολύ και πρέπει να καθόμαστε κάτω από τα δέντρα. Ο αέρας πολλές φορές εκτοξεύει τον πίνακα πάνω μας και μας τραυματίζει», περιγράφει η δεκάχρονη μαθήτρια Ζεϊνάμπ.
Οι περικοπές στον δημόσιο τομέα, που ήταν μία από τις προϋποθέσεις του ΔΝΤ για τη σύναψη της νέας δανειακής σύμβασης του 2009, έχουν πλήξει καίρια τον τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης της Γκάνας. Και αυτό γιατί η κυβέρνηση, προκειμένου να πιάσει τους στόχους για μείωση του ελλείμματος, αποφάσισε να κόψει περίπου 31 εκατομμύρια ευρώ και από την εκπαίδευση.
Η δεύτερη παραγωγός χρυσού στην Αφρική και πέμπτη στον κόσμο αδυνατεί να παράσχει σε χιλιάδες παιδιά αίθουσες διδασκαλίας. Σ’ ολόκληρη την Γκάνα, 4.000 σχολεία δεν έχουν εγκαταστάσεις. «Συνήθως, όταν παραπονιόμαστε, η απάντηση που παίρνουμε είναι ότι τα σχολεία είναι πολλά και οι πόροι για τα σχολεία της Γκάνας δεν είναι αρκετοί για να καλύψουν όλα τα σχολεία που είναι κάτω από τα δέντρα», εξηγεί η Κόμφορτ.
Η έλλειψη κτιρίων, όμως, δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα για τα παιδιά.
Πάγωμα προσλήψεων
Το πάγωμα των προσλήψεων στο Δημόσιο, άλλος ένας όρος που έθεσε το ΔΝΤ για τη δανειακή σύμβαση, είχε άμεση επίπτωση στην ποιότητα της εκπαίδευσης στην Γκάνα. Σύμφωνα με την αρμόδια υπηρεσία Εκπαίδευσης της χώρας, για να καλυφθούν τα κενά σε διδακτικό προσωπικό μόνο στα δημοτικά σχολεία χρειάζονται 33.185 δάσκαλοι, κάτι που δεν έχει καμία πιθανότητα να εγκριθεί. Εδώ, στον Βορρά της Γκάνας αντιστοιχεί ένας εκπαιδευμένος δάσκαλος, όπως η Κόμφορτ, για 175 μαθητές.
Και τα προβλήματα δεν τελειώνουν εδώ. Στην πρώτη σε ανάπτυξη χώρα της Αφρικής, τα παιδιά πολλές φορές περπατάνε έως και 5 χιλιόμετρα με τα πόδια για να φτάσουν στα σχολεία, ενώ πίσω στα σπίτια τους το ηλεκτρικό ρεύμα είναι συνθήκη πολυτελείας. «Διαβάζω με φακό, καθώς η κοινότητα δεν έχει ρεύμα. Είναι δύσκολο να διαβάσεις έτσι, γιατί πολλές φορές κάποιος άλλος από την οικογένεια χρειάζεται τον φακό και πρέπει να περιμένω μέχρι να τελειώσει», μας περιγράφει η μικρή μαθήτρια Ζεϊνάμπ.
Η γεωργία είναι από τους σημαντικότερους παραγωγικούς τομείς της Γκάνας. Εδώ στον Βορρά, όμως, είναι ο μοναδικός τρόπος επιβίωσης. Στο κέντρο της πρωτεύουσας της Βόρειας Γκάνας, το Ταμάλε, δεκάδες γυναίκες είναι συγκεντρωμένες και επεξεργάζονται το ρύζι. «Είναι πολύ δύσκολο το ρύζι μας να φτάσει στην αγορά» λένε, αποδίδοντας τα αίτια στην εισαγωγή ρυζιού από τις γειτονικές χώρες. «Προσευχόμαστε η κυβέρνηση να σταματήσει να εισάγει ρύζι από το εξωτερικό. Οταν σταματήσει να εισάγει, το δικό μας θα βρει έδαφος στην αγορά» παραπονιέται η Αουαμπού.
Στη δίνη των προσταγών του ΠΟΕ
«Σύμφωνα με τους όρους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου δεν μπορούμε να περιορίσουμε την εισαγωγή συγκεκριμένων προϊόντων. Αν υπήρχε νόμος που θα περιόριζε την εισαγωγή αυτών των προϊόντων, οι αγρότες μας θα πουλούσαν ανταγωνιστικά» επισημαίνει ο Τζέιμς Ουάμα, υπεύθυνος της ActionAid για την αγροτική ανάπτυξη.
Αυτό, όμως, δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. «Το υπουργείο Γεωργίας παλιά μας προμήθευε με λιπάσματα, αλλά τώρα το έκοψαν. Δεν μας επισκέπτονται ποτέ όπως έκαναν πριν. Δεν καταλαβαίνω γιατί η κυβέρνηση δεν μας υποστηρίζει» λέει με απορία η αγρότισσα Σοκ Κάμπε.
Οι κανονισμοί του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου έχουν καταστήσει μη ανταγωνιστικά τα προϊόντα των μικρών παραγωγών. Η κυβέρνηση, στο πλαίσιο των περικοπών στον δημόσιο τομέα, έχει κόψει τις επιδοτήσεις. Οι αγρότες είναι μόνοι τους. «Η κυβέρνηση περικόπτει τα μέσα, περικόπτει τις επιδοτήσεις, τις έρευνες, τις τεχνολογικές εξελίξεις, όλα περικόπτονται» λέει ο Γκιένγκιε Τάνο από το Third World Network Africa. «Και όλα αυτά υπάρχουν στις τιμές της αγοράς. Ο μικρός αγρότης δεν μπορεί να αγοράσει αυτά τα πράγματα, και δεν μπορεί να παράξει, έχει αποκλειστεί».
Η κυρία Αουαμπού είναι γλαφυρή: «Οταν δεν πουλάς και δεν έχεις κέρδος, πώς να ταΐσεις την οικογένειά σου; Δεν έχεις χρήματα. Και αν δεν έχεις χρήματα, πώς να ταΐσεις την οικογένειά σου; Υποφέρουμε και δεν λαμβάνουμε χρήματα. Πάντα υποφέρουμε και στο τέλος δεν πετυχαίνουμε!»
Ανάπτυξη, για ποιον;
Η Γκάνα είναι βετεράνος στα «σχέδια διάσωσης» από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Από το 1957 που απέκτησε την ανεξαρτησία της από τους Αγγλους, μέχρι σήμερα, έχει σχέσεις αγάπης και μίσους με το ΔΝΤ. Από το 1966 έχουν πάρει δάνεια πέντε κυβερνήσεις που εναλλάσσονταν, όπως εναλλάσσονταν τα πραξικοπήματα που γίνονταν στη χώρα.
Η τελευταία δανειακή σύμβαση που υπέγραψε ήταν το 2009 για 602 εκατομμύρια δολάρια. Το δημόσιο χρέος της Γκάνας εκτινάχθηκε σε ιστορικά ύψη φτάνοντας τα 14,6 δισ. δολάρια (23,4 δισ. γκανέζικα σίντις).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτά τα χρήματα βοήθησαν την οικονομία της χώρας να εκτιναχθεί και να μοιάζει με οικονομικό άτι που καλπάζει. Επί της ουσίας, όμως, τα οφέλη της ανάπτυξης δεν έχουν γίνει αισθητά από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, που μένει να παλεύει καθημερινά για την επιβίωσή του, ενώ ταυτόχρονα καλείται να αποπληρώνει τα διαδοχικά δάνεια που η κυβέρνηση έλαβε από το ΔΝΤ.
Στην πραγματική ζωή, τα νούμερα σίγουρα δεν συμβαδίζουν με το περιχαρές κλίμα που υπάρχει στους επίσημους οικονομικούς και πολιτικούς φορείς της χώρας, λόγω των επιτυχημένων οικονομικών δεικτών.
«Κανένα από τα παιδιά μας να μην είναι υποσιτισμένο, κανένα από τα παιδιά μας να μην πηγαίνει στο κρεβάτι πεινασμένο” όλα τα παιδιά να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Αυτά είναι τα πράγματα που πρέπει να κοιτάμε για να μετράμε τι σημαίνει πραγματική ανάπτυξη», επιμένει η διευθύντρια της ActionAid Γκάνας, Αντζουα Κλούβιτσε. «Στις κακές περιόδους, οι γυναίκες τρώνε τελευταίες και τη λιγότερη μερίδα. Και όταν τα πράγματα είναι πολύ άσχημα, τρώνε μια φορά τη μέρα ή μια φορά στις δύο μέρες, ώστε να μπορούν να φάνε τα παιδιά τους. Αυτό πιστεύω ότι θα έπρεπε να είναι ο πραγματικός δείκτης του τι σημαίνει μια οικονομία μεσαίων εισοδημάτων. Υπάρχει γυναίκα που να πεθαίνει στη γέννα; Δυστυχώς, αυτός θα έπρεπε να είναι ένας δείκτης. Οι γυναίκες έχουν πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση, στην αγορά; Αυτό θα έπρεπε να είναι ο πραγματικός δείκτης για το τι ανάπτυξη έχουμε!»
………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Ενας γιατρός για 161.000 ανθρώπους
Βορειότερα, στην πόλη Ζεμπιλά, που στέκει κοντά στα σύνορα με την Μπουρκίνα Φάσο, συναντήσαμε μια νεαρή νοσοκόμα, την Γκίφτι. Είναι μόλις 26 χρονώ και είναι η μία από τους δύο νοσοκόμους της κλινικής, η οποία καλύπτει τις ανάγκες 7 κοινοτήτων και περίπου 3.000 ανθρώπων. Πέρα από τις φροντίδες που παρέχει σε όσους επισκέπτονται την κλινική, πολλές φορές ταξιδεύει με το μηχανάκι της στις κοινότητες για να περιποιηθεί, κυρίως, τις εγκύους. «Εχουμε μηχανάκια και αυτά χρησιμοποιούμε για να πάμε. Μερικές φορές όταν χαλάνε, συνειδητοποιούμε ότι οι περισσότερες γυναίκες γεννάνε στο σπίτι τους επειδή δεν μπορούμε να πάμε εκεί».
Η έλλειψη κλινικών και γιατρών, η δύσκολη προσβασιμότητα σε αυτές, η ανεπάρκεια σε υποδομές και φάρμακα, καθώς και τα προβλήματα στην εκπαίδευση, με αποτέλεσμα την άγνοια του πληθυσμού για τις ασθένειες, κάνουν πολύ δύσκολη την υγειονομική φροντίδα. «Γνωρίζω ότι αλλού ένας θάνατος μητέρας συνιστά μια κρίση, είναι μια επείγουσα κατάσταση. Αλλά εδώ, σε μια περιοχή, στις 40 εβδομάδες του χρόνου, έχουμε καταγράψει 93 θανάτους γυναικών στη γέννα. Αυτό είναι αναμφίβολα απαράδεκτο!» αποκαλύπτει ο επαρχιακός διευθυντής Υγείας στη Βόρεια Γκάνα, Αλ Χάτζι Αμπντουλραχμάν Γιακούμπου.
Απλά προβλήματα λοιμώξεων ή συνηθισμένες ασθένειες μπορεί να οδηγήσουν στον θάνατο. Και όμως, μερικές φορές είναι απλώς ζήτημα αντιβιοτικών” είναι ζήτημα απλής περιποίησης από έναν γιατρό ή νοσοκόμο. «Οι νοσοκόμες είναι μία για 2.600 ανθρώπους. Οταν μιλάμε για τις μαίες, το ποσοστό είναι μεγαλύτερο. Επίτρεψέ μου να σου πω, επίσης, ότι έχουμε έναν γιατρό για πληθυσμό πάνω από 161.000 ανθρώπους, το οποίο προφανώς δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Ενας γιατρός για πάνω από 161.000 ανθρώπους!» εξανίσταται δικαίως ο κύριος Γιακούμπου.
Ο κυβερνητικός αξιωματούχος δεν κάνει, όμως, το ίδιο, όταν τον ρωτάμε για τα αίτια των ανεπαρκειών ή τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να δοθεί λύση στο πρόβλημα. Αρκείται στο να μας υπερτονίσει την καμπάνια με κουνουπιέρες που έκανε το προηγούμενο διάστημα η κυβέρνηση, χαρίζοντας μάλιστα στους χωρικούς πρόκες και σφυριά για να τις καρφώσουν γύρω από τα κρεβάτια τους. Προσθέτει, επίσης, ότι οι πολλοί μετανάστες που καταφθάνουν από τις γύρω χώρες, μεταφέροντας ασθένειες, κάνουν τη δουλειά της κυβέρνησης πιο δύσκολη.
Παρ” όλο που δεν πρέπει να υποτιμάται η χρησιμότητα των κουνουπιέρων στην αντιμετώπιση της μαλάριας, ο εντοπισμός των ζητημάτων από τη νεαρή νοσοκόμα, την Γκίφτι, είναι μάλλον πιο εύστοχος: «Πιστεύω ότι υπάρχουν χρήματα και θα έπρεπε να επενδυθούν στην υγεία. Γιατί αν δεν είσαι υγιής, δεν πιστεύω ότι οι κοινότητές μας μπορούν να αναπτυχθούν. Αν π.χ. το πιεσόμετρό μας χαλάσει σήμερα -γιατί έχουμε μόνο ένα πιεσόμετρο-, αν λοιπόν χαλάσει, οι ασθενείς που θα έρθουν δεν θα λάβουν αυτή την υπηρεσία, εκτός αν περιμένουμε να μας φέρουν ένα άλλο. Δεν μπορείς να τους περιποιηθείς χωρίς να πάρεις την πίεσή τους. Επίσης, το κτίριο είναι άσχημο. Οι σοβάδες πέφτουν διαρκώς. Νομίζω είναι λόγω της βροχής. Αν δεν έχεις εγκαταστάσεις, πώς να δουλέψεις; Αυτό είναι σημαντικό για μένα.
Τι ζητάμε από την κυβέρνηση; Εμείς ζητάμε πόσιμο νερό, όχι μόνο για μας, αλλά και για την κοινότητα».
Απέναντι στην απλότητα που τίθενται τα παραπάνω προβλήματα, ο κυβερνητικός αξιωματούχος ευγνωμονεί τον Θεό που υπάρχει οικονομική κρίση στην Ευρώπη και έτσι οι νέοι γιατροί και νοσοκόμοι μεταναστεύουν λιγότερο προς τις ευρωπαϊκές χώρες. «Ο αριθμός των γιατρών και των νοσοκόμων μειώθηκαν επειδή υπήρχε φυγή από την Γκάνα προς τον ανεπτυγμένο κόσμο, την Ευρώπη και την Αμερική. Αλλά δόξα τω Θεώ, η κυβέρνηση της Γκάνας το συνειδητοποίησε αυτό και, δόξα τω Θεώ, υπάρχει οικονομική κατάρρευση στην Ευρώπη και συνεπώς οι νοσοκόμες μας δεν βρίσκουν εκεί πια θέσεις όπως πριν».
Το παραπάνω άρθρο είναι μέρος της έρευνας για το ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου «Ανθρωποι και Αριθμοί», το οποίο θα προβληθεί στη ΝΕΤ την Τετάρτη 27/02, στις 23.00. Η έρευνα έγινε από τον Αχιλλέα Κουρεμένο. Φωτογραφικό υλικό από την Αννα Μπότσογλου
Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου